Drama Stories

ΣΤΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ

By on 20/06/2018

Ο Μάρκος και ο Βασίλης ήταν φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια. Έπαιζαν μπάλα στην γειτονιά του χωριού όπου γεννηθήκαν, την εποχή όπου η τεχνολογία δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη και τα παιδιά ακόμα χαίρονταν την φύση. Έπαιζαν με βόλους και έτρεχαν αμέριμνα στα πέτρινα δρομάκια του χωρίου δίχως το φόβο μήπως τους πατήσει κάποιο αυτοκίνητο.

Οι συγκυρίες της ζωής τους ήταν τέτοιες ώστε να καταλήξουν μαζί στο ίδιο γηροκομείο. Χήροι και οι δύο με παιδιά ενήλικες με πολλές υποχρεώσεις. Ο Μάρκος περπατούσε με τη βοήθεια του μπαστουνιού του ενώ ο Βασίλης ήταν πλέον ανήμπορος να σηκωθεί από το αναπηρικό καροτσάκι που καθόταν εδώ και λίγα χρόνια. Η άτιμη οστεοπόρωση τον λύγησε σωματικά.

Πριν μπουν στο γηροκομείο ο Μάρκος επιβιβαζόταν στο λεωφορείο και επισκεπτόταν τακτικά το φίλο του μα μόλις ο Βασίλης του ανακοίνωσε ότι θα μπει σε αυτό το γεροκομείο, λόγω τον κινητικών προβλημάτων του, αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Τι να κάνει ένας γέρος μόνος μέσα  σε ένα σπίτι; Ο Βασίλης ήταν ο μόνος άνθρωπος που τον καταλάβαινε. Τα παιδιά και των δύο ήταν πολύ απασχολημένα για να τους δίνουν την απαραίτητη προσοχή.

Οι νοσοκόμες στο γηροκομείο ήταν ευγενέστατες και πολύ βοηθητικές. Δεν του έλειπε τίποτε από εκεί. Κάθε Τετάρτη υπήρχε απογευματινό μουσικό πρόγραμμα ενώ τα Σαββατοκύριακα τους επισκέπτονταν τα παιδία τους. Ο Μάρκος κάποτε έβγαινε  για βόλτα με την κόρη του αλλά για τον Βασίλη δυστυχώς ήταν πολύ δύσκολο για να το τολμήσει. Οι υπόλοιποι ένοικοι ήτανε σε χειρότεροι κατάσταση από αυτούς. Κάποιοι δεν μπορούσαν ούτε καν να μιλήσουν.

Ο Μάρκος και ο Βασίλης βρισκόντουσαν στον πίσω κήπο του γηροκομείου και αναπολούσαν τα παλιά, τότε που ήταν νέοι και η ζωή τους είχε νόημα.

-Επιθύμησα τη θάλασσα. Πήγαινα συχνά με τη γυναίκα μου. Τι λες να πάμε; Ρώτησε ο Μάρκος τον Βασίλη με ενθουσιασμό.

-Τρελάθηκες; Πώς να πάμε στη παραλία; Του απάντησε σαστισμένος ο Βασίλης.

-Να καλέσουμε ένα ταξί να μας πάρει. Είπε με περισσότερο ενθουσιασμό ο Μάρκος.

-Τι λες μωρέ, εγώ με αυτό το σιδερικό θα βουλιάξω μες στην άμμο. Του απάντησε θυμωμένα ο Βασίλης.

-Έχεις δίκαιο. Γεράσαμε και εγώ με το μπαστούνι θα στραμπουλίξω το πόδι μου.

Ο Μάρκος μπορεί να έκανε όνειρα άλλα γνώριζε πως πλέον το κορμί του δεν ακολουθούσε το νεανικό του πνεύμα. 

-Τώρα το κατάλαβες; Που καιρός που χόρευα σαν αετός! Όπου πανηγύρι και χαρά ήμουν ο πρώτος που ανέβαινε στη πίστα!Είπε με νοσταλγία ο Βασίλης. 

-Και τώρα μπορούσε να διασκεδάζουμε! Του είπε αποφασιστικά ο Μάρκος και σηκώθηκε από την καρέκλα του.

Μπήκε μέσα στο οίκημα και επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά κρατώντας ένα κασετόφωνο στο χέρι του. Στάθηκε μπροστά από το φίλο του και πάτησε το κουμπί ώστε να αρχίσει να παίζει η μουσική. Ο Βασίλης χαμογέλασε με ικανοποίηση, ακουγόταν ένα ελληνικό παραδοσιακό τραγούδι στη διαπασών. Ο Μάρκος τοποθέτησε το κασετόφωνο χάμω στο γρασίδι και άρχισε να χορεύει στον ρυθμό του. Κρατούσε το μπαστούνι πότε ψηλά και πότε το τοποθετούσε κάτω ώστε να βρει την ισορροπία του. Ο Βασίλης τραγουδούσε και χειροκροτούσε στο ρυθμό του τραγουδιού.

Οι υπόλοιποι ένοικοι άκουσαν τα τραγούδια και εντάχθηκαν στη παρέα τους. Έτσι κάτι που ξεκίνησε σαν πλάκα μετατράπηκε σε πάρτι.

Ο Μάρκος από το πολλή χορό κουράστηκε. Τον πόνεσαν τα πόδια του, ένιωσε αδιαθεσία και σωριάστηκε στο πάτωμα. Ο Βασίλης έπαθε σοκ. Φώναζε με πανικό στις νοσοκόμες να βοηθήσουν τον μοναδικό φίλο που του απέμεινε. 

Ο Βασίλης αποχαιρέτησε τον Μάρκο για πάντα το επόμενο ξημέρωμα. Η καρδία του τον πρόδωσε και έκλεισε τα μάτια του πριν προλάβει να αποχαιρετήσει τα παιδιά του.

-Τουλάχιστον έφυγες διασκεδάζοντας φίλε μου. Μουρμούρισε ο Βασίλης καθώς τον θρηνούσε.

Ο Βασίλης δεν άντεχε τη μοναξιά που αισθανόταν στο γηροκομείο, έπαθε κατάθλιψη. Ούτε καν τα παιδιά του, τα οποία προσπαθούσαν να τον επισκέπτονται πιο τακτικά δεν κατάφεραν να τον συνεφέρουν. Σε λιγότερο από ένα μήνα πέθανε και αυτός.

Πήγε να συναντήσει τους ανθρώπους που αγάπησε και έχασε!

 

Facebook Comments
TAGS